Τρίτη 27 Απριλίου 2010




Έχω μια κρυψώνα που την λέω λήθη.Είναι ίσως το μόνο μέρος που καταφέρνω και νεκρώνω τον χρόνο και τα συναισθήματα, ή καλύτερα,σκέτο, αισθήματα.Το συν μας τέλειωσε.
Εκεί δεν νιώθω.Το καταλαβαίνω από τα μάτια μου.Δεν ζαρώνουν οι άκρες τους όπως όταν γελάω, ούτε κρέμονται μικροί καθρέφτες.Πια.Και το αντέχω, να ξερες πόσο το αντέχω..Εκεί δεν έχει ανηφόρες κατηφόρες.Είναι όλα ευθεία και καθαρά.Ξεκάθαρα.Ο χρόνος δεν έχει ιδιότητες.Είναι ο ίδιος.Σαν να κουρδίστηκα και να περπατάω χωρίς ταυτότητα και χωρίς να ακούω Σειρήνες.Ούτε καν εσένα δεν ακούω.Και;Ούτε μ αρέσει, ούτε δεν μ αρέσει.Συμβαίνει.Το ίδιο μου το δέρμα δεν το άντεξα.Και κρύβομαι.Βαρέθηκα.Που να πρωτοδώσω εξηγήσεις..και τι να πω!Άλλο πια,τι!Περίμενα να μου φωνάξεις να βγω, αλλά με άφησες εκεί και το κανα σπίτι μου,κρυψώνα μου.Με ξέχασες.Ξέχασα κι εγώ να σου φανερωθώ..


...

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Παράκρουση υπό του σκότους


Τα καλά μου έβαλα κι έκατσα να γράψω
ό,τι πετυχημένο θαρρώ πως τέτοια ώρα μου 'ρθει.
Τι για παρελθόν μίλησα τι για ερωτικές σειρήνες,
τι πήγα και σκέφτηκα για να χω κάτι να ασχολούμαι!
Γράφω ενα κατεβατό, προσπαθώ να κλάψω ο αναγνώστης,
επίκληση στις τύψεις έκανα κι αυτές του κάκου να κοιμούνται!
Είπα να βάψω μαύρο κατράμι το παρόν και πίσω να γυρίσω,
σε κάτι λέξεις να πιαστώ μήπως με συγκινήσω.
Να δείς ωραία που τα 'λεγα, να σβήνω και να γράφω,
να τσακώνομαι με μένα για το τι θα πρωτογράψω!
Το παρελθόν δεν μου 'κατσε, στο τώρα πήγα, αλλά κι αυτό
την ίδια τύχη το 'βρε και δώσ' του διαγραφή!
Ήθελα με το ζόρι το δάκρυ μου να στάξω,
απόψε μου 'ρθε έμπνευση, αλλά γι άλλους εγώ δεν γράφω.
Το χέρι μου με πήγαινε μα η καρδιά τσινούσε,
σβήνω και γράφω ώρα πια,χαΪρι εγώ δεν βρήκα.
Δυο ώρες τώρα προσπαθώ, συναισθηματισμούς να δείξω,
κάπου τα ξέχασα αυτά, απόψε δεν τα βρίσκω.
Και ξαναρχίζω για ύστατη φορά,το πρώην κατεβατό διαβάζω,
και κάπου στις τρεις το χάραμα ο στόχος επετεύχθη.
Με μιας τότε κατάλαβα τη σημασία απ' όλο αυτό
δεν έγινε τυχαία, είχε κι αυτό σκοπό.
Είδα του ρολογιού του δείκτες με του ματιού την άκρη
κι είπα ο οίστρος φέρνει γράψιμο κι η νύστα φέρνει δάκρυ.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Συνάντηση

"...Ώρες ώρες κάνεις κάτι συναντήσεις στη ζωή σου που δεν ξέρεις πραγματικά τι ήταν καλύτερο να ευχηθείς...να είχε συμβεί νωρίτερα ή ποτέ;Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να την δω ποτέ μου.Είχα ακούσει γι αυτήν , και να που ήρθαμε βλέμμα με βλέμμα.Ήταν τρομαγμένη κάπως, μιλούσε γρήγορα και η αλήθεια είναι ότι μου έλεγε πολλά πράγματα μαζί και δεν ήξερα πού να την πρωτοσταματήσω.Μου είπε πως πνίγονταν, πως ήθελε να βρει αφορμή να κλέψει όσα δεν την άφησα να πάρει και μου ζητούσε ευθύνες για λόγια που είχα πει, μα πιο πολύ μου θύμωσε για όσα δεν την άφηνα να πει.Της ζήτησα συγγνώμη αλλά τα δάκρυά της καίγανε τα δικά μου μάτια κι έτσι δεν της ξαναζήτησα.Μου είπε πως θέλει να πετάξει το χάρτη που είχα σχεδιάσει για εκείνη γιατί όλα τα μονοπάτια οδηγούν σε αυλές ξένων και της εξήγησα ότι δεν έχω άλλον κι εγώ.Μου είπε ευχαριστώ για τους ανθρώπους που τις είχα γνωρίσει και μου εξoμολογήθηκε πως κάθε ένας από αυτούς την μάθαινε και κάτι διαφορετικό.Αλλά δεν θα μου συγχωρήσει, μου είπε, το ότι την έμαθα να συγχωρεί τα πάντα.Μετά έκλαψε γιατί θυμήθηκε ότι έχει περάσει και όμορφες στιγμές και που και γι αυτές εγώ θα φταίω!Εκεί θυμάμαι να σκάει κι ένα χαμόγελο και χάρηκα κι εγώ.Τη ρώτησα αν θέλει να την βοηθήσω σε κάτι και μου είπε πως είναι αργά πια, ό,τι ήταν να γίνει πήρε τη μορφή του και δεν θα ήθελε να επέμβω.Ύστερα την ρώτησα πως ήταν και μου είπε<<τώρα καλά, τώρα που σε είδα και σου τα 'πα είμαι καλά.Ξαλάφρωσα.Εσύ συνέχισε από εκεί που με βρήκες, κράτα την κάθε λέξη μου και μην βαδίσεις ποτέ στα μονοπάτια που έδειξες σε μένα,εσύ προχώρα και όταν κοιτάξεις πίσω σου θα δεις το μονοπάτι σου να σε ακολουθεί.Κάποια στιγμή θα βρεις τη θάλασσά σου.Κολύμπα και μη σε νοιάζει.Ήδη έχεις σωθεί. >>.Έτσι μου είπε,με κοίταξε έντονα κι εξαφανίστηκε κι εγώ ορκίστηκα να μην ξανακοιτάξω σε καθρέφτη."

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

το όνειρο

Ήμουν εγώ, πολλοί άλλοι, μια θάλασσα,ένα καταπράσινο κομμάτι γης, ένα σπίτι ξύλινο παλιό διώροφο, μια σκάλα στενή, κάτι γνωστοί από το δικό μου σήμερα, κι εκείνος.Το πρόσωπό του δεν μου θύμιζε τίποτα, ώστε να υποθέσω ότι τον ξέρω ήδη. Aπλά μπλέχτηκε στην ιστορία αυτό το βράδυ..
Εμείς οι δυο, λέει, ήμασταν φίλοι από μικρά παιδιά. Αυτός πάντα έμενε σ εκείνο το σπίτι.Ήταν παλιό,το ξύλο του μύριζε αρμύρα και ήταν δέκα βήματα απ τη θάλασσα.Από την πόρτα της κουζίνας ξεκινούσε μια σκάλα στενή, παλιά και αν την κατέβαινες σε έβγαζε σ ένα μικρό μπαλκονάκι μακρόστενο στον κάτω όροφο, όπου εκεί άρεσε σ εκείνον να κάθεται αμίλητος και να κοιτά μπροστά του τη θάλασσα.Η θάλασσα ήταν πάντα εκεί, ίδια, τα χρώματα άλλαζαν μόνο μέσα στις ώρες.Το σπίτι πάντα εκεί, σπίτι του και δικό μου σπίτι τα καλοκαίρια μόνο.
Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε με τους δικούς μου και μας φιλοξενούσαν.Θυμάμαι τους μεγάλους να μιλάνε κι εγώ να τον ψάχνω.Κατέβηκα τη σκάλα και τον βρήκα να χαζεύει μπροστά του.Πλησίασα.Κάθισα δίπλα του και δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, αλλά είμαι τόσο σίγουρη ότι μιλούσαμε...Γύρισε,με κοίταξε..Ακολούθησε μια βουβή συνομιλία μέσα από την οποία εξωμολογηθήκαμε ότι τόσα χρόνια και οι δυο ζούμε μόνο για τα καλοκαίρια μας.Εκείνη την ώρα αισθανόμουν τόσο δυνατά συναισθήματα, που ακόμα τα φέρνω στη μνήμη μου και με ταράζουν.Δεν άκουσα δευτερόλεπτο τον ήχο της φωνής του κι ήταν σαν να μου εξηγούσε τα πάντα με λεπτομέριες..Μετά θυμάμαι ότι με πήρε από το χέρι κι αρχίσαμε να πηγαίνουμε προς τη θάλασσα. Τα πόδια μας μας έβαλαν μέσα στα νερά.Μπροστά μας ο ορίζοντας, αριστερά μας ένα κομμάτι γης, μέσα στη θάλασσα, σαν επίγειος μικρός παράδεισος και δεξιά μας πλήθος από ξένους που χαίρονταν τις διακοπές τους.Κολυμπήσαμε πίσω από τον μικρό παράδεισο.Τώρα θυμάμαι μόνο τον ήχο από τα κύματα, ένα ρίγος στην ραχοκοκαλιά, το έντονο βλέμμα του που μου έσκιζε το παρελθόν, και ένα κλειστό στόμα.Τ αφήσαμε όλα πίσω.Δεν γύρισα να κοιτάξω τίποτα.Δεν μ ένοιαζε.Κανένα φιλί, κανένα άγγιγμα.Τίποτα.Κι όμως εγώ πιστεύω πως αν υπάρχει αγνός έρωτας, έτσι θά ναι.Και χάρηκα-ξύπνησα από χαρά και έμεινα ώρα με τα μάτια κλειστά μήπως παρατείνω τη χαρά μου- που τον γνώρισα.Από έναν γνωστό του ονείρου μου, χτες το βράδυ.

Κι αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι στο ξύπνιο μου ακροβατώ ανάμεσα στον ιδεαλισμό και στον ορθολογισμό.Το καλό είναι ότι μπορώ φανατικά να υποστηρίξω αυτό που λέω.Το κακό είναι ότι κάθε φορά εκείνο αλλάζει!

Η διήγησή μου μοιάζει τόσο απλή, την ξαναδιαβάζω και πάλι δεν βρίσκω διαφορές από το γράψιμο ενός δεκάχρονου.Μα μπορώ να τα γράψω όλα από την αρχή και να χρησιμοποιήσω ένα σωρό λόγια επίθετα και εκφράσεις που σου γαργαλάνε τη σκέψη, αλλά ειλικρινά θα λερώσω το όνειρο...Μπορεί να μην έχεις καταλάβει το παραμικρό από αυτά που είδα εγώ....Κράτα μόνο ένα ερώτημά μου: Πρέπει να ονειρεύομαι για να βρίσκω την αλήθεια?Κοίτα, επιστημονικά τα όνειρα είναι τα θέλω και τα είναι της καθημερινότητάς μας που παίρνουν μορφές περίεργες ώστε να μην μοιάζουν σε τίποτα γνωστά, τα ζεις όλα τόσα έντονα για δευτερόλεπτα και ξυπνάς ωραία το πρωί για να μοιραστείς μια άλλη αλήθεια με τους γύρω σου, ναι,αυτή που έχετε συμφωνήσει να μοιράζεστε.
Και που καταλήγω?Αν ξαφνικά τα όνειρα πραγματοποιούνταν, αν δηλαδή πέφταν οι μάσκες οι δικές μου, οι δικές σου, δύο πράγματα θα συνέβαιναν: ή θα ζούσαμε την απόλυτη ευτυχία, ή θα σπέρναμε τη δυστυχία.Σκέψου το.
Και τι θεωρώ εγώ αλήθεια, τι εσύ, άστο κ αυτό......Α.... γι αυτό συμφωνήσαμε όλοι σε κάτι κανόνες τρίτους, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις!Εκεί λες να βρίσκεται και η ηθική?Αστο κ αυτό..

Είχα δεν είχα....πάλι αδιέξοδο..Ένα όνειρο είπα να γράψω μην το ξεχάσω και βρέθηκα να παλεύω με μπερδεμένα νήματα.Και τι κατάλαβα?Μπήκα κι εγώ μέσα τους.Α, και μην με βγάλετε.Δεν πρέπει.

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

......


..Νιώθω σαν να κάθομαι στη γη με τα πόδια μαζεμένα και το κεφάλι στραμμένο προς τα πάνω, να βλέπω έναν βράχο να έρχεται κατευθείαν να με καρφώσει, εγώ να τον κοιτάω επίμονα, να με κοιτάει κι εκείνος,αλλά εγώ να μην κάνω τον κόπο να κουνηθώ. Θέλω να βιώσω μερικά δευτερόλεπτα πανικού, να με λούσει κρύος ιδρώτας για λίγο, και σε χρόνο εκπνοής να φύγω από τον δρόμο του. Το θέμα είναι ότι εγώ στέλνω τον βράχο.Αλλά δεν είναι οτι παίρνω ρίσκο.Είμαι σίγουρη ότι θα φύγω την τελευταία στιγμή και θα σωθώ.Στέκομαι μόνο και μόνο για εκείνες τις στιγμές που περιμένω τον βράχο να έρθει, που θα νιώσω την καρδιά μου να θέλει να φύγει έξω από εμένα, τα μάτια μου δεν θα ανοιγοκλείνουν, το στομάχι μου θα έχει δεθεί κόμπος κι εγώ θα δείχνω η πιο ήρεμη στον κόσμο...!
Το άλλο θέμα είναι ότι τα δευτερόλεπτα αυτά κρατάνε μέρες τώρα....πολλά δευτερόλεπτα.....Η καρδιά μου έχει συνηθίσει σ έναν περίεργο ρυθμό που δεν ελέγχω, τα μάτια μου έχουν ξεχάσει πως κλείνουν, τα πόδια μου έχουν καρφωθεί και για πρώτη φορά θέλω να φύγω νωρίτερα.Και για πρώτη φορά είμαι ανίκανη να φύγω!!Τρομάζω..Αργεί πολύ να πλησιάσει, αλλά το νιώθω από πάνω μου!Σαν κακός εφιάλτης!Θέλω να ουρλιάξω!Φοβάμαι..Αλλά και πάλι το νιώθω, κάτι θα γίνει και θα σωθώ, αλλά περιμένω κι εκείνο το τελευταίο δέκατο του δευτερολέπτου, ν ακούσω με σιγουριά ότι με πλησιάζει και μετά θα κάνω μια κίνηση, με μια λαχτάρα και με μια ικανοποίηση που δεν ανταλλάσσεται με τίποτα,δεν βρίσκω λέξεις να σου πώ για εκείνη τη στιγμή!, θα βρίσκομαι να κοιτάζω έναν βράχο δίπλα μου και θ αρχίσω να τρέχω από χαρά να βρώ καινούρια όρια και να ρίξω απ την αρχή άλλους βράχους για να τους ξεφεύγω..

Πάντα...ακροβατώντας σε κάτι τελευταίο και σε κάτι καινούριο, στο αβέβαιο και στο σίγουρο(μ αυτή τη σειρά), στον πόνο και στη λύτρωση...πάντα... ..κι αυτό είναι που με ζει και με πεθαίνει.